Η "Χρυσή Πεντηκονταετία"
Date
Authors
Journal Title
Journal ISSN
Volume Title
Publisher
Abstract
Η Πεντηκονταετία είναι η πιο μακροσκελής -όχι όμως μόνο λόγω μήκους-από όλες τις μεγάλες παρεκβάσεις του Θουκυδίδη. Καθότι έχει στενή σύνδεση και καθαρό λειτουργικό, με το σύνολο του έργου, ρόλο μπορεί να θεωρηθεί μόνο τυπικά ως παρέκβαση με το θέμα της, δηλαδή την σταδιακή διαμόρφωση της αθηναϊκής δύναμης να απομακρύνεται πολύ λιγότερο από την αφηγηματική επικαιρότητα του έργου που είναι ο Πελοποννησιακός πόλεμος, εφόσον είναι άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους. Έχει αποφασιστική σημασία για το έργο αφού αφ' ενός υποδηλώνει βαθιά επεξεργασία του συνόλου και αφ' ετέρου συμπληρωματικό αλλά και πρωταρχικό ρόλο στην κατανόηση της κύριας αφήγησης. Επειδή ακολουθεί αυστηρά έναν άξονα κύριας αφήγησης γι αυτό η ίδια η Πεντηκονταετία συνιστά μια εκβολή. Σύμφωνα με τον Badian πρέπει να γράφτηκε σαν μια παρεμβολή στο πρώτο βιβλίο, σε ύστερη περίοδο της ζωής του, το οποίο έλαβε την σημερινή του μορφή όχι μόνο μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, αλλά και του ίδιου του ιστορικού. Ανήκει στις παρεκβάσεις εκείνες που έχουν αιτιολογικό-επεξηγηματκό χαρακτήρα, οφείλοντας την δημιουργία της στην δικαιολόγηση της κρίσης του συγγραφέα που εκτίθεται από πριν. Σκοπός του είναι να εκθέσει την θεωρία του για την «ἀληθεστάτην πρόφασιν του πολέμου». Το επεξηγηματικό «γάρ» είναι αυτό που συνδέι παρέκβαση και κύρια αφήγηση «οἱ γάρ Ἀθηναῖοι τρόπῳ τοιῷδε ἦλθον ἐπί τά πράγματα ἐν οἷς ηὐξήθησαν», ενώ τόσο το στοιχείο της αιτιότητας δεν υπογραμμίζεται με έντονο τρόπο σε όλη την Πεντηκονταετία, όσο και η εμφάνιση του πρώτου ενικού προσώπου που είναι περιορισμένη σε ποσότητα με τη χρήση του, όπου υπάρχει, να ενισχύει το στοιχείο της υποκειμενικότητας. Χωρίς να αφήνει περιθώριο για αμφίβολες εικασίες ο Θουκυδίδης αναφέρεται μόνο μια φορά στον εαυτό του για να δικαιολογήσει την δημιουργία της παρέκβασης: «ἔγραψα δέ αὐτά καί τήν ἐκβολήν τοῦ λόγου ἐποιησάμην διά τόδε, ὅτι τοῖς πρό ἐμοῦ ἅπασιν ἐκλιπές τοῦτο ἦν τό χωρίον καί ἤ τά πρό τῶν Μηδικῶν Ἑλληνικά ξυνετίθεσαν ἤ αὐτά τά Μηδικά» . Η δομή του έργου είναι διχοτομική : 89-96 και 97-118.2 ενώ η J de Romilly διχοτομεί τη δομή της παρέκβασης επεκτείνοντάς τη και στο πρώτο μέρος : «τό πρώτο μέρος της Πεντηκονταετίας συντίθεται από δύο στοιχεία: οχύρωση της πόλης -απόκτηση της ηγεμονίας, με τον Θεμιστοκλή ήρωα, κατά την πρώτη αφήγηση, και τον Παυσανία κατά την δεύτερη». Άρα το κείμενο παρουσιάζει την ίδια αντιθετική μορφή. Σε μια προσπάθεια εμβάθυνσης γίνονται μεγάλες παρεκβάσεις που υποδεικνύουν εξαντλητική επεξεργασία του έργου και ανήκουν σε προχωρημένο στάδιο συγγραφής του, κάτι που φαίνεται αν κάποιος αναλογισθεί τη χρησιμότητά τους. Ο ιστορικός φτιάχνει αρχικά έναν κύριο άξονα της αφήγησης και καλύπτει το κενό -όπου υπάρχει-δημιουργώντας μια παρέκβαση, στην οποία όμως πρέπει να τονιστεί και η περίπτωση του αυτόνομου-ανεξάρτητου δοκιμίου, που φτιάχτηκε μεν κατά την αρχή του έργου, αλλά η ενσωμάτωσή του στο σύνολο έγινε κατά την ολοκλήρωσή του. Τέλος πρέπει να τονιστεί ότι μπορεί η Πεντηκονταετία καλύπτει ένα κενό, η συγγραφή της όμως δεν οφείλεται στην κάλυψη αυτή

